Από όλες τις ιαπωνικές πολεμικές τέχνες, το ιάιντο είναι, ίσως, η πιο παρεξηγημένη –συχνά ακόμα και από τους ίδιους τους ασκούμενους σ’ αυτό. Και δεν είναι περίεργο: ακόμα και η ονομασία του δεν παραπέμπει σε τίποτα που να έχει σχέση με τις πολεμικές τέχνες, το όπλο που χρησιμοποιείται (δηλαδή το ξίφος) ή τις τεχνικές τις οποίες εκτελεί ο ασκούμενος.

Βεβαίως αυτό δεν ισχύει –η ονομασία στην πραγματικότητα αναφέρεται στο πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό όχι μόνο κάθε πολεμικής τέχνης αλλά και της ίδιας της ζωής, όμως για να καταφέρει να το αντιληφθεί αυτό κανείς χρειάζεται κάτι παραπάνω από απλή γνώση της ιαπωνικής γλώσσας.

Η λέξη «ιάι» (το «ντο» είναι το γνωστό «道» των πολεμικών τεχνών στο οποίο έχουμε αναφερθεί κατά κόρον σε άλλα κείμενα όπως αυτό http://www.polemikes-tehnes.gr/articles.php?id=59) αποτελείται από δύο ιδεογράμματα, το «居» και το «合» τα οποία σημαίνουν αντίστοιχα «υπάρχω» ή «βρίσκομαι» και «ταιριάζω» ή «ενώνω». Όταν διαβάζονται μαζί αποδίδουν την έννοια του να ταιριάζει κανείς με το περιβάλλον του, να υπάρχει μέσα σ’ αυτό χωρίς να έρχεται σε συγκρούσεις και χωρίς να δημιουργεί παραφωνίες∙ αν θέλουμε να προεκτείνουμε την παραπάνω αίσθηση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναφέρεται στο να αντιδρά κανείς σε οτιδήποτε συμβαίνει ακριβώς όπως χρειάζεται, αφήνοντας κατά μέρος τις προκαταλήψεις και τις προϊδεάσεις του.

Οι ξιφομάχοι που κάποτε –μάλλον το 17ο αιώνα, αν και κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα- που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την παραπάνω λέξη για να περιγράψουν τη συγκεκριμένη εξάσκηση με το ξίφος αντικαθιστώντας την περιγραφική λέξη «μπάτο» (抜刀) που σημαίνει, κυριολεκτικά, «τραβάω το ξίφος», πιθανότατα είχαν στο νου τους ότι οι συγκεκριμένες κατά μόνας φόρμες ή «κάτα» που συνιστούν την τέχνη, οδηγούν τον ασκούμενο σ’ αυτού του είδους την ενεργή και συνειδητοποιημένη ύπαρξη. Και καθώς επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν ζήσει τη ζωή τους χρησιμοποιώντας το ξίφος για κάτι παραπάνω από ένα απλό χόμπι, είχαν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει κάτι πέρα από την απλή επιδεξιότητα στο χειρισμό του.

Μια θεωρία που προσωπικά ενστερνίζομαι και την οποία άκουσα για πρώτη φορά από τον αμερικανό δάσκαλο και μελετητή των ιαπωνικών κλασσικών τεχνών, Έλλις Άμντουρ (http://www.aikidojournal.com/article?articleID=622) είναι ότι το ιάι εισήχθηκε στις σχολές ξιφομαχίας ή κεντζούτσου (剣術) προκειμένου οι ασκούμενοι αφενός να μπορούν να εξασκηθούν και χωρίς παρτενέρ –προφανώς ο συνήθης τρόπος να εξασκηθεί κανείς στην ξιφομαχία είναι σε ζευγάρι- και αφετέρου να μπορούν να εστιάζουν σε μερικές βασικές λεπτομέρειες της κίνησης του σώματός τους αλλά και του χειρισμού του όπλου τους χωρίς να ανησυχούν για τον «αντίπαλο». Κατά τον Άμντουρ, αυτό εξηγεί την «παραφωνία» του ιάιντο: είναι η μόνη καθαρά ιαπωνική πολεμική τέχνη στην οποία ο κύριος όγκος της εξάσκησης στηρίζεται σε κατά μόνας φόρμες.

Αν η θέση του Άμντουρ ισχύει όντως, έχει ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον ότι μια τέχνη που αρχικά δημιουργήθηκε σαν συμπληρωματική προς την κανονική ξιφομαχία, κατάφερε με το πέρασμα των χρόνων να αυτονομηθεί, σε σημείο σήμερα να υπάρχουν χιλιάδες ασκούμενοι σε όλον τον κόσμο που ασκούνται αποκλειστικά σ’ αυτή. Παρότι η Παν-Ιαπωνική Ομοσπονδία Κέντο, η οποία εποπτεύει αυτό που τον 20ο αιώνα επικράτησε να λέγεται «ιάιντο» επιμένει –στη θεωρία τουλάχιστον- ότι πρόκειται για το «δεύτερο τροχό» της άμαξας που λέγεται «τέχνη του ξίφους» (ο άλλος είναι, βεβαίως, η αθλητική ξιφασκία «κέντο»/剣道) τόσο στην Ιαπωνία, όσο και εκτός μπορεί να βρει κανείς αμέτρητους κεντόκα που δεν κάνουν ιάιντο και το αντίστροφο.

Πώς προέκυψε αυτό; Σίγουρα ένας λόγος είναι η γοητεία που ασκεί σε πολύ κόσμο το ιαπωνικό ξίφος, ένα αντικείμενο που έχει ταυτιστεί με τον ιαπωνικό πολιτισμό ίσως όσο κανένα άλλο∙ η φιλολογία και η μυθολογία περί σαμουράι σίγουρα έχουν παίξει το ρόλο τους εδώ, όμως ακόμα και οι πιο πραγματιστές συμφωνούν ότι, αν μη τι άλλο λόγω της επίπονης και χρονοβόρας διαδικασίας που απαιτείται για την κατασκευή του, ένα «κατάνα» (刀) σίγουρα αξίζει μια δεύτερη ματιά και, αν έχει κανείς το χρόνο, μια μεγαλύτερη ενασχόληση. Και παρότι η εξάσκηση στο ιάιντο γίνεται κατά κανόνα με ένα ομοίωμα κατάνα που λέγεται «ιάιτο» (居合刀) η αίσθηση ενός τέτοιου ξίφους πλησιάζει το κανονικό∙ επιπλέον, όταν οι ασκούμενοι φτάσουν σε ένα αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο συνήθως αρχίζουν να δοκιμάζουν την τεχνική τους και με το αληθινό ή «σίνκεν» (真剣).

Η έλξη του ξίφους δεν είναι, ωστόσο, ο μόνος λόγος: επιστρέφοντας στη θεωρία του Άμντουρ, η ενασχόληση με το ιάιντο επιτρέπει στον ασκούμενο να παρατηρήσει με προσοχή κάθε λεπτομέρεια της κίνησής του –σ’ αυτό βοηθάει και το ότι με το πέρασμα των χρόνων, τα δώδεκα κάτα της Παν-Ιαπωνικής Ομοσπονδίας Κέντο τα οποία διδάσκονται υποχρεωτικά σχεδόν όλοι όσοι ξεκινούν την άσκηση, έχουν μετατραπεί σε γυμνάσματα απίστευτης ακρίβειας η τελειοποίηση των οποίων δεν έρχεται, στην πραγματικότητα, ποτέ. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, οι ασκούμενοι μετατρέπονται σε καλλιτέχνες μιας παραστατικής τέχνης και, όπως συμβαίνει και με το θέατρο ή το χορό, καμία παράσταση δεν είναι ποτέ απολύτως τέλεια∙ μ’ άλλα λόγια, πρόκειται για μια άσκηση αυτό-τελείωσης που διαρκεί όσα χρόνια ασχολείται κανείς μαζί της.

Αν το παραπάνω σχόλιο περί «παραστατικής τέχνης» ακούγεται έστω και στο ελάχιστο υποτιμητικό, σπεύδω να πω ότι δε γράφτηκε με καμία τέτοια διάθεση. Κατ’ αρχάς επειδή, ειδικά όταν μπαίνει στο παιχνίδι το αληθινό ξίφος, η εξάσκηση στο ιάιντο γίνεται πραγματικά «πολεμική» τέχνη στην οποία οι έννοιες «εγρήγορση» και «προσοχή» αποκτούν ζωτική σημασία καθώς ο κίνδυνος του τραυματισμού είναι υπαρκτός. Και κατά δεύτερο, επειδή ακόμα και αν το δει κανείς σαν καλλιτεχνική επιδίωξη ή σαν αυτό που κάποιοι, ίσως κάπως υπερβολικά, αποκαλούν «κινούμενο ζεν» (όπως είναι άλλωστε και το σάντο/茶道, η τέχνη της παρασκευής τσαγιού) η διαδικασία εμβάθυνσης στον τρόπο που λειτουργεί το σώμα και ο νους πέρα από συναρπαστική είναι και άκρως ωφέλιμη με τον πιο απτό και πρακτικό τρόπο!

Πρέπει να ομολογήσω ότι η ενασχόλησή μου με το ιάιντο είναι αρκετά μικρή ώστε να προσφέρω πραγματικά βαρύνουσες απόψεις∙ μπορώ να μιλήσω μόνο αντλώντας στοιχεία και σκέψεις από τα λίγα χρόνια που ασχολούμαι, από αυτά που έχω διαβάσει και συζητήσει και από αυτά που έχω δει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Πιστεύω όμως ότι δε σφάλλω λέγοντας ότι όποια και αν είναι η σχέση κάποιου με τις πολεμικές τέχνες (και στο «όποια» περιλαμβάνω και τη μηδενική), μόνο να ωφεληθεί θα έχει αν αποφασίσει να εντάξει και το ιάιντο στην πραγματικότητά του. Όχι μόνο επειδή, όπως γράφουμε και στον έντυπο «Οδηγό Πολεμικών Τεχνών» θα έχει την ευκαιρία να εκτεθεί στον ιαπωνικό πολιτισμό από μια μοναδική σκοπιά, αλλά επειδή θα του δοθεί η ευκαιρία να δοκιμάσει τα όριά του με έναν τρόπο πολύ πιο δύσκολο από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά –και μόνο για τη συνειδητοποίηση ότι τα πράγματα δεν είναι αυτό που φαίνονται, μια δοκιμή είναι κάτι παραπάνω από συνιστώμενη.

Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Πηγή: www.polemikes-tehnes.gr